Το κτίριο είναι κηρυγμένο διατηρητέο και βρίσκεται σε κεντρικό σημείο του Κ. Νευροκοπίου. Κτίσθηκε το 1860 και αποτελεί ένα από τα πιο αντιπροσωπευτικά δείγματα της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής της περιοχής και συνδέεται με ιστορικά και κοινωνικά γεγονότα του οικισμού. Χρησιμοποιήθηκε ως θερινή κατοικία του εκάστοτε Μητροπολίτη Νευροκοπίου και ως κρυφό σχολειό κατά τη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα, όταν το 1903 το σχολείο του Νευροκοπίου έπαψε να λειτουργεί.
Το κτίριο είναι λιθόκτιστο με ξύλινη στέγη με κεραμίδια βυζαντινού τύπου. Στον όροφο ο βορειοανατολικός και ο νοτιοδυτικός τοίχος είναι κατασκευασμένοι από τσατμά. Στο ισόγειο υπάρχουν τρία δωμάτια και στον όροφο ακολουθείται η βασική τυπολογία με τον διαμπερή κεντρικό χώρο, εκατέρωθεν του οποίου διαμορφώνονται τέσσερις χώροι και η κουζίνα. Η επικοινωνία του ισογείου με τον όροφο εξασφαλίζεται με εξωτερική ξύλινη σκάλα, που οριοθετείται με τοίχο από τσατμά. Λόγω της σχέσης της με το κτίσμα, πιθανολογείται ότι πρόκειται για παλιά κατασκευή-προσθήκη. Η φέρουσα τοιχοποιία είναι αργολιθοδομή (ασβεστωμένη εξωτερικά) με συνδετικό ασβεστοκονίαμα, μέσου πάχους περίπου 60εκ. στο ισόγειο και 50εκ. στον όροφο. Στο μέσο της κύριας όψης υπάρχει ξύλινος υπερυψωμένος εξώστης, ο οποίος στηρίζεται σε ξύλινες αντηρίδες και καλύπτεται με προέκταση της στέγης. Παρόμοιες αντηρίδες φέρουν τα δύο γωνιακά σαχνισιά. Το στηθαίο του εξώστη αποτελείται από συνεχές πέτσωμα σανίδων, το οποίο εμπόδιζε την ορατότητα από το δρόμο προς το σπίτι. Το κτίσμα καλύπτεται από τετράριχτη στέγη με φέροντα σκελετό από πελεκημένους κορμούς δέντρων , ξύλινο πέτσωμα και κεραμίδια βυζαντινού τύπου. Στην πίσω όψη του κτιρίου έγινε το πιθανότερο μεταγενέστερα η προσθήκη της κουζίνας στο ύψος του ορόφου. Πρόκειται για μια σύνθετη κατασκευή από μια ελαφριά πλάκα σκυροδέματος και τοιχοποιία από ξυλοδεσιές, αργολιθοδομή, συμπαγή και διάτρητα τούβλα. Στον όγκο της κουζίνας ενσωματώνεται η ξύλινη στέγη αντίστοιχου ισογείου κτίσματος από αργολιθοδομή όπου υπήρχε ο φούρνος του σπιτιού. Όλα τα κουφώματα είναι ξύλινα. Τα παράθυρα έχουν τζαμλίκια και κιγκλιδώματα με οριζόντιες σιδηρόβεργες. Τα παράθυρα του ισογείου που βρίσκονται στην όψη του κτιρίου, φέρουν καρφωτά εξώφυλλα. Η πόρτα του ισογείου είναι ξύλινη καρφωτή.
Η αυλή του κτιρίου περιφρασσόταν από ψηλό λιθόκτιστο τοίχο ύψους 4,00τμ. Η είσοδος προς την αυλή διαμορφώνεται με διπλή ξύλινη καρφωτή πόρτα και ξύλινο στέγαστρο με τετράκλινη στέγη με κεραμίδια. Στην αυλή υπήρχαν ο στάβλος, η αποθήκη και ο αχυρώνας, τα οποία έχουν κατεδαφιστεί. Το πεζοδρόμιο μπροστά από το κτίριο, καθώς και η είσοδος προς το σπίτι είναι στρωμένα με τις ίδιες πλάκες που υπάρχουν και στο ισόγειο του κτιρίου. Την περίοδο της εισήγησης του μηχανικού της Υπηρεσίας (2005) το κτίσμα διατηρούταν σε σχετικά καλή κατάσταση, που επιδεχόταν επισκευή. Οι προσθήκες που είχαν γίνει στην όψη προς την αυλή δεν είχαν αλλοιώσει την αρχική του δομή.


