Το κτίριο είναι κηρυγμένο διατηρητέο και βρίσκεται σε κεντρικό σημείο του Κ. Νευροκοπίου. Κτίστηκε σε διαδοχικές φάσεις από το 1840 και μετά. Η οικία αυτή στέγαζε τα γραφεία της πρώτης κοινότητας του χωριού μετά την απελευθέρωσή του από τους Τούρκους. Στην κύρια όψη διακρίνεται ως σήμερα η παλιά επιγραφή του πρώτου Κοινοτικού Καταστήματος.
Οι διαστάσεις του κτιρίου είναι περίπου 9,00×33,00 μ. και αποτελείται από όροφο και ισόγειο. Είναι λιθόκτιστο με ξύλινη στέγη και κεραμίδια βυζαντινού τύπου. Το κτίσμα αποτελεί εξέλιξη ενός αρχικού πυρήνα στα βορειοανατολικά ο οποίος στη συνέχεια εντάχθηκε στη συνολική κατασκευή. Πρόκειται για μια κατοικία με ιδιαίτερα επιμήκη ορθογωνική κάτοψη που διαμορφώνεται σε σχήμα Π, το οποίο ορθογωνίζεται με το διώροφο χαγιάτι προς την αυλή. Στο ισόγειο υπάρχουν έξι χώροι με μεγαλύτερους αυτούς στις δύο άκρες ορθογωνικής κάτοψης και τους τέσσερις σε υποχώρηση δημιουργώντας έναν ημιυπαίθριο χώρο. Στον όροφο ακολουθείται η διάταξη του ισογείου. Το χαγιάτι στηρίζεται σε ξύλινα υποστηλώματα και φουρούσια. Η σύνδεση του ισογείου με τον όροφο γίνεται με δύο πέτρινα και ένα ξύλινο κλιμακοστάσιο στη δυτική – εσωτερική προς την αυλή – πλευρά του κτιρίου. Στο βόρειο τμήμα της ανατολικής όψης προς το δρόμο σώζονται ίχνη ενός ακόμα κλιμακοστασίου. Η είσοδος στους χώρους του ορόφου γίνεται από το χαγιάτι το οποίο αποτελεί βασικό αρχιτεκτονικό στοιχείο του κτιρίου και ήταν χώρος ζωτικής σημασίας για τη ζωή των ενοίκων του σπιτιού. Σε αυτό γινόταν η θερινή ημιυπαίθρια διαμονή και πολλές αγροτικές εργασίες, κυρίως το παστάλιασμα του καπνού. Οι εξωτερικοί τοίχοι προς την πλευρά της αυλής καθώς και οι εσωτερικοί είναι κατασκευασμένοι από τσατμά και είναι επιχρισμένοι από ασβεστοκονίαμα ενισχυμένο με τρίχες γίδας και βαμμένοι με χρώματα άσπρο, πράσινο – λουλακί και ώχρα. Όλα τα κουφώματα του κτίσματος είναι ξύλινα. Τα παράθυρα έχουν τζαμλίκια και κιγκλιδώματα με οριζόντιες σιδηρόβεργες. Οι πόρτες του ισογείου είναι ξύλινες καρφωτές, ενώ των δωματίων του ορόφου ταμπλαδωτές με διάκοσμο. Η είσοδος στο κτίριο γίνεται από μια μεγάλη δίφυλλη πόρτα, η οποία μέσω ενός διαδρόμου οδηγεί στην αυλή.
Στην αυλή οδηγεί επίσης και η πόρτα στη νότια πλευρά του κτιρίου, η οποία φέρει στέγαστρο με κεραμίδια βυζαντινού τύπου. Σε όλα τα δωμάτια του ορόφου υπήρχαν τζάκια. Το κτίσμα καλύπτεται με τετράρριχτη ξύλινη στέγη με φέροντα σκελετό από πελεκημένους κορμούς καραγατσιού. Υπάρχει ξύλινο πέτσωμα και επικεράμωση με κεραμίδια βυζαντινού τύπου. Η αυλή του κτιρίου με εμβαδόν περίπου 180 τμ, περιφράσσεται από πέτρινι μανδρότοιχο ύψους 2,5 μ και πάχους 70 εκ. και χωρίζεται σε δύο τμήματα επίσης με πέτρινο μανδρότοιχο, ο οποίος κατασκευάστηκε μεταγενέστερα όταν η παλιά ιδιοκτησία χωρίστηκε σε δύο μικρότερες. Και στα δύο τμήματα της αυλής υπάρχουν πέτρινοι φούρνοι. Κατά την περίοδο της έκθεσης τεκμηρίωσης (2005) το κτίριο διατηρούταν σε μέτρια κατάσταση. Οι φθορές εντοπίζονταν στα ξύλινα στοιχεία του ενώ οι επιμέρους επεμβάσεις είχαν αλλοιώσει εν μέρει την αρχική του μορφή και δομή, χωρίς να επηρεάζουν τις βασικές αρχές τους. Η όλη κατασκευή επιδεχόταν επισκευή και αποκατάσταση.


