Είναι ο τελευταίος σταθμός του νομού Δράμας προς την Αλεξανδρούπολη. Ο Σταθμός λειτούργησε για πρώτη φορά το 1900 και στην ίδια γραμμή με τους υπόλοιπους. Με απόφαση του Κεντρικού Συμβουλίου Νεωτέρων Μνημείων, τμήματα του Σταθμού και πιο συγκεκριμένα το κέλυφος του επιβατικού σταθμού, το μηχανοστάσιο, ο υδατόπυργος και το κέλυφος της κατοικίας εργοδηγού, τα οποία και είναι κτίσματα του τέλους του 19ου αιώνα, χαρακτηρίστηκαν μνημεία και προστατεύονται από το αντίστοιχο ειδικό καθεστώς.
Το κτίριο είναι διώροφο και στο ισόγειο φιλοξενεί τους χώρους των εργαζομένων του σταθμού ενώ ο όροφος έχει χρήση κατοικίας Σταθμάρχη. Εκατέρωθεν και των δύο στενών όψεων του σταθμού υπάρχουν μεταγενέστερες προσθήκες ισόγειων κτιριακών κατασκευών που χρησιμεύουν ως χώρος αναμονής των επιβατών και βοηθητικοί χώροι. Αποτελεί κτίριο ειδικής χρήσης και διατηρεί τα αυθεντικά μορφολογικά και κατασκευαστικά του στοιχεία, είναι συνδεδεμένο με την κοινωνική και οικονομική ανάπτυξη της περιοχής του και κατά συνέπεια είναι σημαντικό για την εξέλιξη της περιοχής από ιστορική, πολιτισμική, πολιτιστική, οικονομική και κοινωνική άποψη κατά το τέλος του 19ου και αρχές του 20ου αιώνα.


